Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

metal (en)

  1. το μέταλλο
  2. είδος μουσικής (πχ heavy metal, death metal)
  3. (οδοποιία) ...

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία