Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλλουργία < μέταλλο + -ουργία < έργο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταλλουργία θηλυκό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταλλουργία μεταλλουργίες
γενική μεταλλουργίας μεταλλουργιών
αιτιατική μεταλλουργία μεταλλουργίες
κλητική μεταλλουργία μεταλλουργίες
  1. o τεχνικός και οικονομικός κλάδος που ασχολείται με την παραγωγή και κατεργασία καθαρών μετάλλων και κραμάτων.
  2. βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα που επεξεργάζεται το μέταλλο και παράγει μεταλλικά αντικείμενα (βλ. μεταλλοτεχνείο, μεταλλοτεχνία)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία