Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στρατιώτης οι στρατιώτες
      γενική του στρατιώτη των στρατιωτών
    αιτιατική τον στρατιώτη τους στρατιώτες
     κλητική στρατιώτη στρατιώτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρατιώτης < αρχαία ελληνική στρατιώτης. Συγχρονικά αναλύεται ως στρατι(ά) + -ώτης.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stɾa.ti.ˈɔ.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρατιώτης αρσενικό (θηλυκό στρατιωτίνα)

  1. κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
    φαντάρος (οικείο)
  2. (ειδικότερα) πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία
     συνώνυμα: φαντάρος
  3. (κατ' επέκταση) οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι' αυτόν πολύ μεγάλη σημασία)
  4. το απλό πιόνι στο σκάκι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική στρατιώτης στρατιώτα στρατιῶται
Γενική στρατιώτου στρατιώταιν στρατιωτῶν
Δοτική στρατιώτ στρατιώταιν στρατιώταις
Αιτιατική στρατιώτην στρατιώτα στρατιώτας
Κλητική στρατιῶτα στρατιώτα στρατιῶται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρατιώτης < στρατι(ά) (στρατός) + -ώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρατιώτης αρσενικό (θηλυκό στρατιῶτις ως επίθετο)

  1. πολίτης σε στρατιωτική υπηρεσία
  2. (γενικότερα) στρατιώτης, πολεμιστής
  3. (ελληνιστική ) μισθοφόρος
  4. ποτάμιος στρατιώτης: αιγυπτιακό υδρόβιο φυτό

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία