Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφάλαιο κεφάλαια
γενική κεφαλαίου κεφαλαίων
αιτιατική κεφάλαιο κεφάλαια
κλητική κεφάλαιο κεφάλαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφάλαιο < κεφάλαιον < κεφαλαίος < κεφαλή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεφάλαιο ουδέτερο

  1. μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
    • (μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής κ.λπ
      με το γάμο του άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του
  2. (οικονομία) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτήρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία
    • τα χρήματα ή τίτλοι (μετοχές, ομόλογα) που διαθέτει κάποιος
    • (κοινωνιολογία) η κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών
      το κόμμα μας υποστηρίζει το λαό και όχι το μεγάλο κεφάλαιο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία