Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

capital < μέση αγγλική capital < λατινική capitalis

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
capital capitals

capital (en)

  1. (οικονομία) κεφάλαιο
  2. πρωτεύουσα (μιας χώρας)
  3. κεφαλαίο γράμμα
     συνώνυμα: capital letter, cap
  4. (αρχιτεκτονική) κιονόκρανο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

capital (en)

  1. κεφαλαιώδης
  2. κεφαλαίος (για γράμματα)
  3. που αναφέρεται στη θανατική ποινή
    capital crime: έγκλημα που επισύρει τη θανατική ποινή



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
capital capitaux

capital (fr)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό capital capitaux
θηλυκό capitale capitales

capital (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία