Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κεφαλικός κεφαλική κεφαλικό
γενική κεφαλικού κεφαλικής κεφαλικού
αιτιατική κεφαλικό κεφαλική κεφαλικό
κλητική κεφαλικέ κεφαλική κεφαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κεφαλικοί κεφαλικές κεφαλικά
γενική κεφαλικών κεφαλικών κεφαλικών
αιτιατική κεφαλικούς κεφαλικές κεφαλικά
κλητική κεφαλικοί κεφαλικές κεφαλικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφαλικός < κεφάλι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κεφαλικός -ή, -ό

  1. (ιατρική) που σχετίζεται ή αναφέρεται στο κεφάλι
  2. κατά κεφαλή

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφαλικός < κεφαλή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κεφαλικός

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην κεφαλή:
    • στο κεφάλι
    • στο μπροστινό κύριο τμήμα μιας ομάδας
    • στους επικεφαλής
  2. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ιδιώτη και όχι στο σύνολο ή στο δημόσιο