Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφαλικός < κεφαλή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κεφαλικός

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην κεφαλή:
    • στο κεφάλι
    • στο μπροστινό κύριο τμήμα μιας ομάδας
    • στους επικεφαλής
  2. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ιδιώτη και όχι στο σύνολο ή στο δημόσιο