Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κιονόκρανο τα κιονόκρανα
      γενική του κιονοκράνου
& κιονόκρανου
των κιονοκράνων
& κιονόκρανων
    αιτιατική το κιονόκρανο τα κιονόκρανα
     κλητική κιονόκρανο κιονόκρανα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κιονόκρανο < αρχαία ελληνική κιονόκρανον < κίων + *κρᾶνον (> κρανίον)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κιονόκρανο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία