Δείτε επίσης: σε

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e]
π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό[1]
σέ > νέα ελληνικά: σε

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

σέ

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

σέ

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

σέ

ΚλίσηΕπεξεργασία

Προσωπική Αντωνυμία
ενικός
πτώση α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
ονομαστική ἐγώ σύ -
γενική ἐμοῦ, μου σοῦ, σου (οὗ)
δοτική ἐμοί, μοι σοί, σοι οἷ, οἱ
αιτιατική ἐμέ, με σέ, σει ()
κλητική (οὗτος) (αὕτη) -
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ἡμεῖς ὑμεῖς (σφεῖς)
γενική ἡμῶν ὑμῶν (σφῶν)
δοτική ἡμῖν ὑμῖν (σφίσι(ν))
αιτιατική ἡμᾶς ὑμᾶς (σφᾶς)
κλητική - - -
δυϊκός αριθμός:
α' πρόσωπο ονομ.αιτ.: νώ, νῶϊ γενική, δοτική: νῷν
β' πρόσωπο ονομ.αιτ.: σφώ, σφῶϊ γενική, δοτική: σφῷν