Δείτε επίσης: αυτός

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αὐτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (αὖ) + *to-

  Αντωνυμία

επεξεργασία

αὐτός, -ή, -ό και ἀτός, οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία

  1. ο ίδιος, συνήθως όταν συνοδεύεται από άρθρο (ὁ αὐτός)
    τό αυτόν (το ίδιο) > ταὐτόν (και ταὐτός) και τὠυτὸ ἂν ὑμῖν (το ιδιο με εσάς)
  2. με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς τη βοήθεια κάποιου, μόνος, χωρίς την παρουσία εχθρών
    αὐτὸς ἐγείναο παῖδ᾽ (χωρίς μητέρα)
    αὐτὰ γὰρ ἔστιν ταῦτα (αυτά μόνον και όχι άλλα, αυτά είναι όλα κι όλα)
    αὐτοί ἐσμεν (είμαστε μόνοι ή μεταξύ φίλων)
  3. αυτός
    αὐτήν τε αὐτήν (αυτήν καθαυτή)
    πέμπτος αὐτός (αυτός ήταν ο πέμπτος)
  4. (στη γενική ως κτητικό) του, της
  5. στη σύνθεση των αρχαίων λέξεων :
  • αφ' εαυτού, φυσικός π.χ. αὐτοφυής και αυτοφυής στη νεοελληνική
  • από αυτόν τον ίδιο, υφ' εαυτού π.χ. αὐτοδίδακτος και αυτοδίδακτος στη νεοελληνική
  • μόνο από αυτό, όχι από κάτι άλλο, π.χ. αὐτύξυλος
  • ανεξάρτητος άλλων ή άλλου π.χ. αὐτοκράτωρ και αυτοκράτωρ στη νεοελληνική
  • ο αληθινός, ο σωστός, ακριβώς π.χ. αὐτόδεκα
  • με αυτοπαθή έννοια π.χ. αὐτόκτονος και αυτοκτονώ στη νεοελληνική
  • μαζί με κάποιον άλλο π.χ. αὐτόρριζος (την ίδια ρίζα με άλλον)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αὐτός αὐτή αὐτό αὐτοί αὐταί αὐτά
Γενική αὐτοῦ αὐτῆς αὐτοῦ αὐτῶν αὐτῶν αὐτῶν
Δοτική αὐτῷ αὐτῇ αὐτῷ αὐτοῖς αὐταῖς αὐτοῖς
Αιτιατική αὐτόν αὐτήν αὐτό αὐτούς αὐτάς αὐτά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική αὐτώ αὐτά
Γενική-Δοτική αὐτοῖν αὐταῖν

Εκφράσεις

επεξεργασία