Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀγρέω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • προστακτική: ἄγρει και ἀγρεῖτε (επιρρηματική χρήση)
    1. εμπρός, γρήγορα, λοιπόν, άντε, κουνηθείτε
    2. αλλά και κανονικά, συχνά με την έννοια πάρε
    ※  τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς: ἄγρει μάν οἱ ἔπορσον Ἀθηναίην ἀγελείην, ἥ ἑ μάλιστ᾽ εἴωθε κακῇς ὀδύνῃσι πελάζειν Όμηρος, Ιλιάδα, 5η ραψωδία, 765
    • Τότες ο μαβροσύγνεφος του Κρόνου γιος της είπε «Ομπρός λοιπόν ! Αμόλα του τη νικοδότρα κόρη, π' απ' όλους πιο πολύ αγαπάει να τον βαριοπαιδέβει»
      (Απόδοση: Πάλλης)
    • Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης : «Τὴν ἀνδρειωμένην Ἀθηνᾶ σπρῶξε του εὐθὺς ἐπάνω· ποὺ συνηθᾶ μάλιστ, αὐτὴ μ’ ὀδύνες νὰ τὸν πλήττη»
      (Μετάφραση: Ιάκωβος Πολυλάς)
    ※  ἀγρεῖθ᾽, αἱ μὲν δῶμα κορήσατε ποιπνύσασαι, ῥάσσατέ τ᾽, ἔν τε θρόνοις εὐποιήτοισι τάπητας βάλλετε πορφυρέους
    Σαλέψτε ἐσεῖς, τὸ πάτωμα σκουπίστε καὶ ραντίστε, καὶ στὰ καλόφτιαστα θρονιὰ ρίξτε χαλιὰ πορφύρα
    Όμηρος, Οδύσσεια, 20η ραψωδία, 140. Mετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης.

  ΠηγέςΕπεξεργασία