Δείτε επίσης: αὐτόματος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτόματος η αυτόματη το αυτόματο
      γενική του αυτόματου της αυτόματης του αυτόματου
    αιτιατική τον αυτόματο την αυτόματη το αυτόματο
     κλητική αυτόματε αυτόματη αυτόματο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτόματοι οι αυτόματες τα αυτόματα
      γενική των αυτόματων των αυτόματων των αυτόματων
    αιτιατική τους αυτόματους τις αυτόματες τα αυτόματα
     κλητική αυτόματοι αυτόματες αυτόματα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτόματος < αρχαία ελληνική αὐτόματος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈfto.ma.tos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αυτόματος, -η, -ο

  1. που λειτουργεί ή κινείται, χωρίς να παρεμβαίνει άμεσα και συνεχώς κάποιος
  2. που συμβαίνει ή πραγματοποιείται, χωρίς να το θέλει άμεσα και συνειδητά κάποιος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αυτόματο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία