Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αὐτόματος αὐτομάτη αὐτόματον αὐτόματοι αὐτόμαται αὐτόματα
Γενική αὐτομάτου αὐτομάτης αὐτομάτου αὐτομάτων αὐτομάτων αὐτομάτων
Δοτική αὐτομάτῳ αὐτομάτῃ αὐτομάτῳ αὐτομάτοις αὐτομάταις αὐτομάτοις
Αιτιατική αὐτόματον αὐτομάτην αὐτόματον αὐτομάτους αὐτομάτας αὐτόματα
Κλητική αὐτόματε αὐτομάτη αὐτόματον αὐτόματοι αὐτόμαται αὐτόματα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αὐτομάτω αὐτομάτα
Γενική-Δοτική αὐτομάτοιν αὐτομάταιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αὐτόματος < αὐτός και μέμαα ή μέμονα (παρακείμενοι με ενεστωτική χρήση, συνδέονται με το μένος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αὐτόματος,η,ον και αὐτόματος,ος,ον

  1. που γίνεται από μόνος του, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, που γίνεται από τη φύση, από φυσικά αίτια
    • ἐν ὁτέοισι δ᾽ ἂν οἰκίοισι αἰέλουρος ἀποθάνῃ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, οἱ ἐνοικέοντες πάντες ξυρῶνται τὰς ὀφρύας μούνας, παρ᾽ ὁτέοισι δ᾽ ἂν κύων, πᾶν τὸ σῶμα καὶ τὴν κεφαλήν (: αν σε ένα σπίτι πεθάνει από φυσικά αίτια μια γάτα, όλοι οι ένοικοι ξυρίζουν μόνον τα φρύδια, ενώ αν τους πεθάνει σκύλος, ξυρίζουν όλο το σώμα και το κεφάλι)
    • τὴν φύσιν αὐτὰ γεννᾶν ἀπό τινος αἰτίας αὐτομάτης καὶ ἄνευ διανοίας φυούσης, ἢ μετὰ λόγου τε καὶ ἐπιστήμης θείας ἀπὸ θεοῦ γιγνομένης; (Πλάτ. Σοφ. 265)
  2. το ατύχημα, αυτός που έγινε από ατύχημα, κατά λάθος ή τυχαία, που έγινε από μόνος του
    • ὁ γὰρ πρότερον ἐὼν αὐτόθι αὐτόματος κατεκάη (: γιατί εκείνος (ο ναός) που βρισκόταν εκεί προηγουμένως είχε καεί από ατύχημα -ο Ηρόδοτος για το ναό των Δελφών, Ιστορ. 2, 180)
  3. το τυχαίο σε αντιδιαστολή προς το αποτέλεσμα της τέχνης, το ενστικτώδες σε αντιδιαστολή προς το επινοημένο
  4. ο φυσικός, ο αυθόρμητος, ο αυτόματος, που αβγατίζει μόνος του, αναγεννάται από μόνος του, σαν τα αγριόχορτα, ο αυτοφυής
    • οὐδέν γίγνεται των τοιούτων ἕτερος ἑτέρου μαθητής, ἀλλ᾽ αὐτόματοι ἀναφύονται ὁπόθεν ἂν τύχῃ ἕκαστος αὐτῶν ἐνθουσιάσας, καὶ τὸν ἕτερον ὁ ἕτερος οὐδὲν ἡγεῖται εἰδέναι (<μα δεν αποτελούν σχολή>, αυτοί δεν είναι ο ένας μαθητής του άλλου, από μόνοι τους ξεπηδάνε απ' ό,τι τύχει να ενθουσιάσει τον καθένα τους και θεωρούν ότι οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τίποτα)
  5. τὰ αὐτόματα: οι μαριονέτες, μηχανισμοί που δεν έχουν ψυχή αλλά κινούνται (ως ουσιαστικό)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αὐτόματος θάνατος' : ο θάνατος από φυσικά αίτια
  • ἀπὸ ταὐτομάτου: επιρρηματικά, συνώνυμο του αὐτομάτως (το φυσικό γεγονός, με φυσικό τρόπο χωρίς ανρθώπινη παρέμβαση)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ αὐτόματος τὸ αὐτόματον οἱ, αἱ αὐτόματοι τὰ αὐτόματα
Γενική τοῦ, τῆς αὐτομάτου τοῦ αὐτομάτου τῶν αὐτομάτων τῶν αὐτομάτων
Δοτική τῷ, τῇ αὐτομάτῳ τῷ αὐτομάτῳ τοῖς, ταῖς αὐτομάτοις τοῖς αὐτομάτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν αὐτόματον τὸ αὐτόματον τοὺς, τὰς αὐτομάτους τὰ αὐτόματα
Κλητική αὐτόματε αὐτόματον αὐτόματοι αὐτόματα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αὐτομάτω
Γενική-Δοτική αὐτομάτοιν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία