Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοματοποιημένος αυτοματοποιημένη αυτοματοποιημένο
γενική αυτοματοποιημένου αυτοματοποιημένης αυτοματοποιημένου
αιτιατική αυτοματοποιημένο αυτοματοποιημένη αυτοματοποιημένο
κλητική αυτοματοποιημένε αυτοματοποιημένη αυτοματοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοματοποιημένοι αυτοματοποιημένες αυτοματοποιημένα
γενική αυτοματοποιημένων αυτοματοποιημένων αυτοματοποιημένων
αιτιατική αυτοματοποιημένους αυτοματοποιημένες αυτοματοποιημένα
κλητική αυτοματοποιημένοι αυτοματοποιημένες αυτοματοποιημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοματοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοματοποιώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αυτοματοποιημένος

  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοματοποιώ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία