Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  αἱρῶ 
Παρατατικός  ᾕρουν  
Μέλλοντας  αἱρήσω 
Αόριστος  εἷλον 
Παρακείμενος  ᾕρηκα 
Υπερσυντέλικος  ᾑρήκειν 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἱρέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ser-

  ΡήμαΕπεξεργασία

αἱρέω/αἱρῶ : αἱρέομαι/αἱροῦμαι(= εκλέγω)

  1. καταλαμβάνω, κυριεύω, αρπάζω
  2. συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω
  3. νικώ, κερδίζω
  4. αποδεικνύω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στην παθητική φωνή αντικαθίσταται από το ἁλίσκομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία