Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αἱρέομαι (μέση φωνή του αἱρέω)

  1. εκλέγω
  2. προτιμώ
    ὀλίγον φαγεῖν αἱρεῖσθε
  3. (παθητικοί τύποι) εκλέγομαι