Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀναιρέω < α στερητικό + αἱρέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀναιρέω - ἀναιρῶ (συνηρημένο)

  1. σηκώνω επάνω
  2. αποκομίζω
  3. αποσύρω
  4. εξαφανίζω, καταργώ, ακυρώνω
  5. αποκρίνομαι, χρησμοδοτώ
  6. παίρνω
  7. απαιτώ
  8. ενταφιάζω