Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαφανίζω < αρχαία ελληνική ἐξαφανίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξαφανίζω, πρτ.: εξαφάνιζα, στ.μέλλ.: θα εξαφανίσω, αόρ.: εξαφάνισα, παθ.φωνή: εξαφανίζομαι, μτχ.π.π.: εξαφανισμένος

  1. κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει
    ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα
  2. κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω
    μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...
  3. καταστρέφω, εξολοθρεύω
    Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά
  4. (νομική) αναιρώ δικαστική απόφαση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία