Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξαφανισμένος εξαφανισμένη εξαφανισμένο
γενική εξαφανισμένου εξαφανισμένης εξαφανισμένου
αιτιατική εξαφανισμένο εξαφανισμένη εξαφανισμένο
κλητική εξαφανισμένε εξαφανισμένη εξαφανισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαφανισμένοι εξαφανισμένες εξαφανισμένα
γενική εξαφανισμένων εξαφανισμένων εξαφανισμένων
αιτιατική εξαφανισμένους εξαφανισμένες εξαφανισμένα
κλητική εξαφανισμένοι εξαφανισμένες εξαφανισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαφανισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαφανίζω, εξαφανίζομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξαφανισμένος, -η, -ο

  1. που έχει εξαφανιστεί, που είναι άγνωστο το πού βρίσκεται
  2. (σε σχήμα υπερβολής) για κάποιον που έχουμε να τον δούμε πολύ καιρό ή είναι πολύ απασχολημένος για πολύ καιρό και δεν έχει ελεύθερο χρόνο να δει τους φίλους του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία