Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναιρώ < αρχαία ελληνική ἀναιρέω-ἀναιρῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναιρώ

  1. αναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου
     συνώνυμα: ανακαλώ
    Αναιρώ! Είχα δυστυχώς λανθασμένη πληροφόρηση και η προηγούμενη δήλωσή μου δεν ευσταθεί
    Ο μάρτυρας αναίρεσε την πρώτη κατάθεσή του, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχτεί πιέσεις κατά την ανάκριση
  2. ακυρώνω
    Το γεγονός ότι τώρα λες αλήθεια δεν αναιρεί το γεγονός ότι μου είπες ψέματα χτες
    Το ανώτατο δικαστήριο αναίρεσε την προηγούμενη, εναντίον του, απόφαση του εφετείου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • Η μετοχή των συντελεσμένων χρόνων της παθητικής φωνής είναι πιο δόκιμη ως αρχαιόκλητη, δηλ. ανηρημένος. Επίσης εξακολουθεί -αν και σπανίως- να χρησιομοποιείται η μετοχή αορίστου αναιρεθείς, αναιρεθείσα, αναιρεθέν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία