Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναίρετος < αρχαία ελληνική ἀναίρετος < ἀναιρέω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναίρετος

  1. εκείνος που δεν έχει εκλεγεί, ο μη εκλεγμένος
  2. εκείνος που δεν μπορεί να εκλέξει, να επιλέξει, να διαλέξει (σπάνια χρήση στη νεοελληνική)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία