Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναιρεθείς αναιρεθείσα αναιρεθέν
γενική αναιρεθέντος αναιρεθείσας
αναιρεθείσης
αναιρεθέντος
αιτιατική αναιρεθέντα αναιρεθείσα αναιρεθέν
κλητική αναιρεθείς αναιρεθείσα αναιρεθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναιρεθέντες αναιρεθείσες αναιρεθέντα
γενική αναιρεθέντων αναιρεθεισών αναιρεθέντων
αιτιατική αναιρεθέντες αναιρεθείσες αναιρεθέντα
κλητική αναιρεθέντες αναιρεθείσες αναιρεθέντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναιρεθείς μετοχή αορίστου του ρήματος αναιρούμαι (καθαρεύουσα)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αναιρεθείς, αναιρεθείσα, αναιρεθέν

  • που τον έχουν αναιρέσει, ακυρώσει
  • Οι αναιρεθέντες νόμοι
  • Η αναιρεθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου...Οι αναιρεθείσες αποφάσεις
  • Τα αναιρεθέντα άρθρα του Συντάγματος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

αναιρεθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρούμαι
  2. θα αναιρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναιρούμαι