Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναιρετικός αναιρετική αναιρετικό
γενική αναιρετικού αναιρετικής αναιρετικού
αιτιατική αναιρετικό αναιρετική αναιρετικό
κλητική αναιρετικέ αναιρετική αναιρετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναιρετικοί αναιρετικές αναιρετικά
γενική αναιρετικών αναιρετικών αναιρετικών
αιτιατική αναιρετικούς αναιρετικές αναιρετικά
κλητική αναιρετικοί αναιρετικές αναιρετικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναιρετικός < αναιρώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναιρετικός

  1. που αναιρεί, που μπορεί να αναιρέσει, είναι κατάλληλος να αναιρέσει, ο σχετικός με την αναίρεση, ο πιθανόν ακυρωτικός
    O αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο επί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία