Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ακυρωτικός ακυρωτική ακυρωτικό
γενική ακυρωτικού ακυρωτικής ακυρωτικού
αιτιατική ακυρωτικό ακυρωτική ακυρωτικό
κλητική ακυρωτικέ ακυρωτική ακυρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακυρωτικοί ακυρωτικές ακυρωτικά
γενική ακυρωτικών ακυρωτικών ακυρωτικών
αιτιατική ακυρωτικούς ακυρωτικές ακυρωτικά
κλητική ακυρωτικοί ακυρωτικές ακυρωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακυρωτικός < λόγια λέξη από το ρήμα ακυρώνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακυρωτικός

  1. που ακυρώνει ενέργεια, προθέσεις, διαδικασίες, που τις καθιστά άκυρες
    ...οι διοικητικές ενέργειες και ο ρόλος του ακυρωτικού δικαστικού ελέγχου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία