Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξολοθρεύω < ελληνιστική κοινή ἐξολοθρεύω < αρχαία ελληνική ἐξολεθρεύω < ἐξ + ὀλεθρεύω < ὄλεθρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ksɔ.lɔˈθɾɛv.ɔ/
συλλαβισμός: ε‐ξο‐λο‐θρεύ‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξολοθρεύω (παθητική φωνή: εξολοθρεύομαι)

  1. καταστρέφω (έναν αντίπαλο) ολοσχερώς, προκαλώ τον όλεθρό του
  2. σκοτώνω όλα τα άτομα που αποτελούν ένα σύνολο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία