Ετυμολογία

επεξεργασία
σκοτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκοτώνω < σκοτῶ < αρχαία ελληνική σκοτόω < σκότος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /skoˈto.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκο‐τώ‐νω

σκοτώνω, αόρ.: σκότωσα, παθ.φωνή: σκοτώνομαι, π.αόρ.: σκοτώθηκα, μτχ.π.π.: σκοτωμένος

  1. σταματάω, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
  2. (μεταφορικά, για εμπορεύματα) πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
  3. (οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο) γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος
    Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Τη σκότωσες τη λέξη!
  4. (μεταφορικά) χτυπάω σοβαρά ή δυνατά
    Σκόνταψα στο σκαλοπάτι και σκοτώθηκα! Φέρε πάγο!

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



  Ετυμολογία

επεξεργασία
σκοτώνω < σκοτ(ῶ), κλίση -όω + -ώνω < αρχαία ελληνική σκοτόω < σκότος

σκοτώνω

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συνώνυμα

επεξεργασία

Ρηματικοί τύποι

επεξεργασία

όπως βρέθηκαν σε κείμενα:

Συγγενικά

επεξεργασία

παράγωγα και σύνθετα, συγγενικά:

→ και δείτε τις λέξεις σκοτῶ και σκότος