Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βλάπτω < αρχαία ελληνική βλάπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βλάπτω και βλάφτω

  1. προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον
    σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η τηλεόραση βλάπτει τα μικρά παιδιά, αυξάνοντας την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα συγκέντρωσης
  2. αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος
    το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βλάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mel

  ΡήμαΕπεξεργασία

βλάπτω

  1. κάνω κάτι ή κάποιον ανίκανο και ειδικότερα τα πόδια αλόγου
  2. (μεταομηρικά) βλάπτω