Δείτε επίσης: δέ, -δε

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. δε (μόριο) < δεν < αρχαία ελληνική οὐδέν
  2. δε (σύνδεσμος) < αρχαία ελληνική δέ

  ΜόριοΕπεξεργασία

δε

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το τελικό ν της λέξης "δεν" όπως και του άρθρου την αποβάλλεται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο.

δε θέλω, δε σε βρίζω, αλλά δεν πιστεύω, δεν αγαπώ

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

δε

  1. (λόγιος) χρησιμοποιείται για να δηλώσει αντίθεση προς κάτι που αναφέρθηκε προηγουμένως, συχνά σε συνδυασμό με το σύνδεσμο μεν, ή ως μεταβατικός ή για να δοθεί έμφαση
    από τα δύο αδέλφια ο μεν Γιώργος είναι κοινωνικός, ο δε Γιάννης μοναχικός
    Όλα αυτά τα παιδιά είναι καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές. Ο δε Νίκος είναι πολύ καλός και στο στίβο.
  2. (με άρθρο, ως ουσιαστικό)
    οι μεν έπαιζαν χαρτιά, οι δε κουτσομπόλευαν στο σαλόνι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία