Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

δεν < αρχαία ελληνική οὐδέν, ουδέτερο της αντωνυμίας οὐδείς

  ΜόριοEdit

δεν και δε

  1. αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης.
    Δε θα έρθω αύριο στο γραφείο.
  2. σε ερωτήσεις, αντί προτροπής
    Δεν έρχεσαι μαζί μας; ( = έλα μαζί μας)
  3. ανάμεσα σε επανάληψη του ίδιου ρήματος για να προσδώσει την έννοια του περίπου, σχεδόν
    έχει δεν έχει πέντε λεπτά που έφυγε
    πήρε δεν πήρε εκατό ευρώ

ΣημειώσειςEdit

  • Το τελικό ν της λέξης "δεν" όπως και των άρθρων τον, την κ.λπ. αποβάλλεται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο
    δε θέλω, δε σε βρίζω, αλλά δεν πιστεύω, δεν αγαπώ

Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit