Ετυμολογία

επεξεργασία
σχεδόν < (απαντά ήδη στον Όμηρο) αρχαία ελληνική σχεδόν < ἔχω (πβ. αόριστος βἔσχον)[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /sçeˈðon/

  Επίρρημα

επεξεργασία

σχεδόν

  1. εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών
  2. εκτός από ελάχιστα
  3. πάρα πολύ πιθανόν
  4. περίπου

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σχεδόν < (απαρέμφατο αορίστου β' του ἔχω) σχεῖν + -δόν[1]

  Επίρρημα

επεξεργασία

σχεδόν

  1. κοντά, πλησίον, πολύ κοντά
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 392 (391-392)
    καὶ τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἄνεμος μὲν ἐπαύσατο ἠδὲ γαλήνη | ἔπλετο νηνεμίη, ὁ δ᾽ ἄρα σχεδὸν εἴσιδε γαῖαν
    έπεσε ο άνεμος, γαλήνεψε, | κι έγινε νηνεμία. Και ξαφνικά βλέπει στο πλάι του στεριά·
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 23 (22-24)
    ἀμφὶ δὲ νῆσοι | πολλαὶ ναιετάουσι μάλα σχεδὸν ἀλλήλῃσι, | Δουλίχιόν τε Σάμη τε καὶ ὑλήεσσα Ζάκυνθος.
    Τριγύρω κατοικούνται κι άλλα | πολλά νησιά, πολύ κοντά το ένα στο άλλο, | Δουλίχιο και Σάμη, η δασωμένη Ζάκυνθος.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ※  7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 432 (431-432)
    οὐδέ τις αὐτὸν | ἔτλη ἐς ἄντα ἰδὼν σχεδὸν ἐλθέμεν οὐδὲ μάχεσθαι·
    Κι ούτε κανείς | θα τόλμαγε κοντά του να ᾽ρθει να το δει πρόσωπο με πρόσωπο, ούτε ν᾽ αγωνιστεί μαζί του.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
  2. πολύ λίγο, ελάχιστα
  3. (με δοτική) ομοίως, παρόμοια, όπως
  4. σχεδόν, περίπου, λίγο ή πολύ
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 48.2
    τὴν δὲ ἄλλην ἀνάγουσι ὁρτὴν τῷ Διονύσῳ οἱ Αἰγύπτιοι πλὴν χορῶν κατὰ ταὐτὰ σχεδὸν πάντα Ἕλλησι·
    Όσο για την υπόλοιπη εορτή του Διόνυσου, σε όλα σχεδόν, παρεκτός στους χορούς, οι Αιγύπτιοι την τελούν όπως και οι Έλληνες·
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Ὀλυνθιακὸς β′, 25
    ἴστε γὰρ δήπου τοῦθ᾽, ὅτι μελλόντων αὐτῶν, ἑτέρους τινὰς ἐλπιζόντων πράξειν, αἰτιωμένων ἀλλήλους, κρινόντων, πάλιν ἐλπιζόντων, σχεδὸν ταὔθ᾽ ἅπερ νυνὶ ποιούντων, ἅπας ὁ χρόνος διελήλυθεν.
    Το ξέρετε βέβαια ότι όλος ο καιρός έχει περάσει με αναβολές, με την ελπίδα πως κάποιοι άλλοι θα ενεργήσουν για σας, με κατηγορίες ο ένας για τον άλλον, ασχολούμενοι με δίκες, πάλι ελπίζοντας και κάνοντας σχεδόν τα ίδια ακριβώς που κάνετε και τώρα.
    Μετάφραση (1998): Α.Ι. Γιαγκόπουλος - Μ. Αραποπούλου, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
  5. (μεταφορικά) (για δήλωση συγγενικής σχέσης) κοντά, πλησίον
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 10 (κ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην.), στίχ. 441 (440-441)
    τῷ οἱ ἀποτμήξας κεφαλὴν οὖδάσδε πελάσσαι, | καὶ πηῷ περ ἐόντι μάλα σχεδόν·
    και κόβοντας το κεφάλι του, να το άφηνα να κυλιστεί στο χώμα, | κι ας ήταν άνθρωπος πολύ δικός·
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
  6. ίσως

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. σχεδόν σελ. 1436 - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.