Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχεδόν < αρχαία ελληνική σχεδόν < ἔχω (πβ. αόριστος βἔσχον)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sçɛ.ˈðɔn/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

σχεδόν

  1. εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών
  2. εκτός από ελάχιστα
  3. πάρα πολύ πιθανόν
  4. περίπου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία