Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλαπτικός η βλαπτική το βλαπτικό
      γενική του βλαπτικού της βλαπτικής του βλαπτικού
    αιτιατική τον βλαπτικό τη βλαπτική το βλαπτικό
     κλητική βλαπτικέ βλαπτική βλαπτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλαπτικοί οι βλαπτικές τα βλαπτικά
      γενική των βλαπτικών των βλαπτικών των βλαπτικών
    αιτιατική τους βλαπτικούς τις βλαπτικές τα βλαπτικά
     κλητική βλαπτικοί βλαπτικές βλαπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βλαπτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλαπτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βλαπτικός, -ή, -ό

  1. που βλάπτει
     συνώνυμα: βλαβερός, επιβλαβής, επιζήμιος, κακοποιός
  2. (ειδικότερα) που βλάπτει την υγεία
     αντώνυμα: υγιεινός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη βλάπτω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική βλαπτικός βλαπτική τὸ βλαπτικόν
      γενική τοῦ βλαπτικοῦ τῆς βλαπτικῆς τοῦ βλαπτικοῦ
      δοτική τῷ βλαπτικ τῇ βλαπτικ τῷ βλαπτικ
    αιτιατική τὸν βλαπτικόν τὴν βλαπτικήν τὸ βλαπτικόν
     κλητική ! βλαπτικέ βλαπτική βλαπτικόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ βλαπτικοί αἱ βλαπτικαί τὰ βλαπτικᾰ́
      γενική τῶν βλαπτικῶν τῶν βλαπτικῶν τῶν βλαπτικῶν
      δοτική τοῖς βλαπτικοῖς ταῖς βλαπτικαῖς τοῖς βλαπτικοῖς
    αιτιατική τοὺς βλαπτικούς τὰς βλαπτικᾱ́ς τὰ βλαπτικᾰ́
     κλητική ! βλαπτικοί βλαπτικαί βλαπτικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βλαπτικώ τὼ βλαπτικᾱ́ τὼ βλαπτικώ
      γεν-δοτ τοῖν βλαπτικοῖν τοῖν βλαπτικαῖν τοῖν βλαπτικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βλαπτικός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική βλάπτ(ω) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βλαπτικός, -ή, -όν

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία