Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ αὐτοτελής τὸ αὐτοτελές οἱ, αἱ αὐτοτελεῖς τὰ αὐτοτελ
Γενική τοῦ, τῆς αὐτοτελοῦς τοῦ αὐτοτελοῦς τῶν αὐτοτελῶν τῶν αὐτοτελῶν
Δοτική τῷ, τῇ αὐτοτελεῖ τῷ αὐτοτελεῖ τοῖς, ταῖς αὐτοτελέσι(ν) τοῖς αὐτοτελέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν αὐτοτελ τὸ αὐτοτελές τοὺς, τὰς αὐτοτελεῖς τὰ αὐτοτελ
Κλητική αὐτοτελές αὐτοτελές αὐτοτελεῖς αὐτοτελ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αὐτοτελεῖ
Γενική-Δοτική αὐτοτελοῖν

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αὐτοτελής < αὐτός + τέλος

αὐτοτελής

  1. που επαρκεί για τον εαυτό του
  2. που τελειούται μόνος του
  3. με απόλυτες εξουσίες (για στρατηγούς)
  4. τελεσίδικο, απόλυτο, χωρίς περιθώρια ασκήσεως εφέσεως (γιά ψηφίσματα, αποφάσεις)
  5. που επιβάλλει στον εαυτό του τέλος με την έννοια του φόρου (πιθανόν μεταγενέστερο)

Συγγενικά

επεξεργασία