Δείτε επίσης: αυθαίρετος

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αὐθαίρετος < αὐτός + αἱρέομαι-αἱροῦμαι

  Επίθετο

επεξεργασία

αὐθαίρετος

  1. με πρωτοβουλία του εαυτού του, άπο μόνος του, εθελοντής
    αὐθαίρετος ἐξῆλθεν πρὸς ὑμᾶς δηλ. με δικιά του πρωτοβουλία ήρθε σε εμάς
  2. επιλεγμένος άπο τον εαυτό του, αυτοδιόριστος
    αὐθαίρετοι στρατηγοὶ δηλ. αυτοδιόριστοι στρατηγοί
  3. ηθελημένος, εκ προθέσεως, από επιλογή
    τούτων δ᾽ αὐθαίρετον οὐδέν δηλ. τίποτα άπο αυτά δεν ήταν άπο επιλογή
    ἡ δὲ τοῦ τέλους ἔφεσις οὐκ αὐθαίρετος δηλ. ο τελικός σκοπός του δέν είναι της επιλογής του
  4. προκαλούμενος απο τον ίδιο, αποτέλεσμα επιλογής του ιδίου
    αὐθαιρέτῳ θανάτῳ ἀποθνῄσκει δηλ. πέθανε απο αυτοπροκαλούμενο θάνατο, ήτοι: αυτοκτόνησε
    οὐκ αὐθαίρετοι βροτοῖς ἔρωτες δηλ. οι έρωτες των θνητων δεν προκαλούνται άπο τους ίδιους