Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πῆμᾰ τὰ πήμᾰτ
      γενική τοῦ πήμᾰτος τῶν πημᾰ́των
      δοτική τῷ πήμᾰτ τοῖς πήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πῆμᾰ τὰ πήμᾰτ
     κλητική ! πῆμᾰ πήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  πημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πῆμα < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πῆμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία