Δείτε επίσης: αύτανδρος
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ αὔτανδρος τὸ αὔτανδρον οἱ, αἱ αὔτανδροι τὰ αὔτανδρα
Γενική τοῦ, τῆς αὐτάνδρου τοῦ αὐτάνδρου τῶν αὐτάνδρων τῶν αὐτάνδρων
Δοτική τῷ, τῇ αὐτάνδρῳ τῷ αὐτάνδρῳ τοῖς, ταῖς αὐτάνδροις τοῖς αὐτάνδροις
Αιτιατική τὸν, τὴν αὔτανδρον τὸ αὔτανδρον τοὺς, τὰς αὐτάνδρους τὰ αὔτανδρα
Κλητική αὔτανδρε αὔτανδρον αὔτανδροι αὔτανδρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αὐτάνδρω
Γενική-Δοτική αὐτάνδροιν

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αὔτανδρος < (αὐτός) αὔτ- + ανδρ- (ἀνήρ) + -ος

  Επίθετο

επεξεργασία

αὔτανδρος