Άνοιγμα κυρίου μενού

Διεθνείς όροι Επεξεργασία

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

a

  • συντομογραφία του προθήματος μονάδας atto-.



Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΧαρακτήραςΕπεξεργασία

a (en)

  ΆρθροΕπεξεργασία

a (en)



Αζεριανά (az) Επεξεργασία

  ΧαρακτήραςΕπεξεργασία

a

  a

  • το πρώτο γράμμα του αζεριανού αλφάβητου
Αζεριανό αλφάβητο
Αραβικό Λατινικό Κυριλικό Λατινικό IPA
—1918 1918—-1939 1958—-1991 1991—
A а A а A а
ΔΦΑ : /[ɑː]/



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΧαρακτήραςΕπεξεργασία

a (la)

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

a (la) και ab και abs

  1. από

ΣημείωσηΕπεξεργασία

Ο τύπος ăb τίθεται πριν από λέξη που αρχίζει από σύμφωνο, φωνήεν και το δασύ h. Υπάρχει και ο τύπος ā, που τίθεται πριν από λέξεις που αρχίζουν από σύμφωνο καθώς και ο τύπος abs (σπάνιος), πριν από λέξεις που αρχίζουν από c, q, t. Συντάσσονται με αφαιρετική.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • а (κυριλλικό)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

a (pl) θηλυκό άκλιτο

  1. το 1ο γράμμα του πολωνικού αλφαβήτου

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

a (pl)

  1. και
  2. αλλά, ενώ

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

a (pl)

  1. α



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία