Δείτε επίσης: κάνεις

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανείς < μεσαιωνική ελληνική κανένας/κανείς < κἄν (ούτε) + εἷς (ένας)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ˈnis/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

κανείς

δείτε τη λέξη κανένας