Δείτε επίσης: ἑνῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενώ < μεσαιωνική ελληνική ενώ < αρχαία ελληνική ἐν ᾧ

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

ενώ

  1. για να εκφράσει ένα ταυτόχρονο γεγονός, καθώς, όσο
  2. για να εκφράσει αντίθεση, παρόλο που, αν και
  3. για να εκφράσει αιτιολογία, αφού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία