Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθώς < αρχαία ελληνική καθώς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

καθώς

  1. (αναφορικό τροπικό) όπως

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

καθώς

  1. (εισάγει χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το ταυτόχρονο) κατά τη διάρκεια, ενώ, όταν
    καθώς ερχόμουν εδώ, συνέβη κάτι αναπάντεχο
  2. (εισάγει αιτιολογικές προτάσεις) επειδή
    Έβαλε πάλι πλάτη ο Καραγκούνης καθώς συμφώνησε με τον Παναθηναϊκό (από το sport24.gr)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία