Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αινώ < αρχαία ελληνική αἰνέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αινώ

  1. δοξάζω, επαινώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία