Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφού < ελληνιστική κοινή ἀφοῦ < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (χρόνου)

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

αφού

  1. (χρονικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο
    Γύρισε στο σπίτι και, αφού πρώτα έφαγε, έπεσε για ύπνο.
  2. (αιτιολογικός)
    αφού θες να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να σπουδάσεις στο Πολυτεχνείο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία