Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ώστε < αρχαία ελληνική ὥστε < ὥς + τε

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɔ.stɛ/

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

ώστε : συμπερασματικός και αποτελεσματικός σύνδεσμος που εισάγει συνήθως δευτερεύουσες προτάσεις και μερικές φορές, όταν προτάσσεται στην αρχή περιόδου ή πρότασης, μπορεί να εισάγει και κύριες.

  1. με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα)
    διαβάζει πολύ ώστε να γράψει καλά στις εξετάσεις
  2. με αποτέλεσμα να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το πραγματικό αποτέλεσμα)
    έχει τόση αυστηρότητα, ώστε καταντά αντιπαθητικός
  3. κύρια πρόταση
    'Ωστε ήρθες επιτέλους!
    Ώστε δεν πεινάς, αφού έφαγες έξω!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία