Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ύπνωση οι υπνώσεις
      γενική της ύπνωσης
& υπνώσεως
των υπνώσεων
    αιτιατική την ύπνωση τις υπνώσεις
     κλητική ύπνωση υπνώσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπνωση < υπνώνω < ὑπνόω-ῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύπνωση θηλυκό

  1. πρόκληση ύπνου με κάποια τεχνική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία