Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιβραδύνω < ελληνιστική κοινή ἐπιβραδύνω < ἐπί +αρχαία ελληνική βραδύνω < βραδύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷr̥dus ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ralentir)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.pi.vɾ.a.ˈði.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιβραδύνω (παθητική φωνή: επιβραδύνομαι)

  1. ελαττώνω την ταχύτητα
      αντώνυμα: επιταχύνω
  2. καθυστερώ
      αντώνυμα: επισπεύδω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία