Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέφος νέφη
γενική νέφους νεφών
αιτιατική νέφος νέφη
κλητική νέφος νέφη
πληθυντικός και νέφια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νέφος < αρχαία ελληνική νέφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νέφος ουδέτερο

  1. (λόγιο) το σύννεφο
  2. η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
      συνώνυμα: αιθαλομίχλη, καπνομίχλη
    νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
  3. (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
    το νέφος ηλεκτρονίων
  4. (μεταφορικά) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
  5. στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία