Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

νέφη ουδέτερο

  1. νέφος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού