Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νέφος ηλεκτρονίων < → δείτε τις λέξεις: νέφος και ηλεκτρόνιο

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

νέφος ηλεκτρονίων ουδέτερο

  1. ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα του ατόμου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία