Επίθετο

επεξεργασία

marginal (en)

  1. σχετικός ή τοποθετημένος σε μια άκρη
    The marginal area at the edge of the salt-marsh has its own plants.
  2. που συνορεύει
    Monmouthshire is a Welsh county marginal to England.
  3. γραμμένος στο περιθώριο μιας σελίδας
    There were more marginal notes than text.
  4. μόλις ανεκτός ποιοτικά
    His writing ability was marginal at best.
  5. για γη που παράγει ελάχιστες ποσότητες, οριακή ως προς την αποδοτικότητά της
    He farmed his marginal land with difficulty.
  6. (κυρίως στο ΗΒ και την Αυστραλία) για μια εκλογική περιφέρεια όπου το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά από μια μικρή διαφορά ψήφων
    In Bristol West, Labour had a majority of only 1,000 so is highly marginal this time.
  7. περιθωριακός
    the use of violence by marginal groups - η χρήση βίας από περιθωριακές ομάδες



  Ετυμολογία

επεξεργασία
marginal < λατινική margo (γενική: marginis)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /maʁ.ʒi.nal/

  Επίθετο

επεξεργασία
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό marginal marginaux
θηλυκό marginale marginales

marginal (fr)

Συγγενικά

επεξεργασία
→ δείτε τη λέξη  marge