Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάμεσος οι διάμεσοι (διάμεσες)
      γενική της διαμέσου των διαμέσων
    αιτιατική τη διάμεσο τις διαμέσους (διάμεσες)
     κλητική διάμεσε (διάμεσο) διάμεσοι (διάμεσες)
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάμεσος < δια- + μέσον (διέρχεται δια του μέσου = περνάει από το κέντρο) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική médiane (που βρίσκεται στο μέσο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάμεσος θηλυκό

  1. (γεωμετρία) το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει:
    • τα μέσα δύο άλλων ευθυγράμμων τμημάτων
    • την κορυφή ενός τριγώνου με το μέσο της απέναντι πλευράς
      στα ισόπλευρα τρίγωνα κάθε διάμεσος είναι και ύψος του τριγώνου
    • τα μέσα των βάσεων του τραπεζίου
  2. (στατιστική) η τιμή η οποία διαιρεί ένα σύνολο των δειγμάτων, όταν αυτά βρίσκονται σε αύξουσα ή φθίνουσα διάταξη, σε δύο μέρη τα οποία περιέχουν ίδιο αριθμό δειγμάτων (αν έχουμε μονό αριθμό δειγμάτων η διάμεσος είναι μία από αυτές τις τιμές ενώ σε περίπτωση ζυγού αριθμού δειγμάτων η τιμή είναι ο μέσος όρος δύο τιμών)
    ο μέσος όρος των αριθμών 1,1,1,1,3,5,8 είναι 2,86 και η διάμεσός τους είναι το 1
    ο μέσος όρος των αριθμών 1,1,1,3,5,8 είναι 3,17 και η διάμεσός τους είναι το 2

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάμεσος

  1. που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σημεία ή καταστάσεις, ενδιάμεσος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία