Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άκρος άκρα άκρο
γενική άκρου άκρας άκρου
αιτιατική άκρο άκρα άκρο
κλητική άκρε άκρα άκρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκροι άκρες άκρα
γενική άκρων άκρων άκρων
αιτιατική άκρους άκρες άκρα
κλητική άκροι άκρες άκρα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκρος < αρχαία ελληνική ἄκρος < ρίζα *ακ- (όπως και η ακμή, η αιχμή κ.λπ.)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άκρος, -α, -ο, η άκρα, το άκρο

  1. (λόγιο) που βρίσκεται στην άκρη, στο τελευταίο τοπικά τμήμα ενός συνόλου
    χειρουργική άκρας χειρός
  2. που έχει μια ιδιότητα στον ανώτερο βαθμό, απόλυτος· χρησιμοποιείται σε λόγιες εκφράσεις
    χαίρει άκρας υγείας
    χαίρει άκρας εμπιστοσύνης
    τηρείται άκρα μυστικότητα
    άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει (Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β')
  3. που έχει ακραίες αντιλήψεις, που εντάσσεται στα άκρα του πολιτικού φάσματος
    άκρα δεξιά, άκρα αριστερά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία