Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ακραίος ακραία ακραίο
γενική ακραίου ακραίας ακραίου
αιτιατική ακραίο ακραία ακραίο
κλητική ακραίε ακραία ακραίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακραίοι ακραίες ακραία
γενική ακραίων ακραίων ακραίων
αιτιατική ακραίους ακραίες ακραία
κλητική ακραίοι ακραίες ακραία

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακραίος < αρχαία ελληνική ἀκραῖος,α,ον,

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈkɾɛ.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακραίος, -α, -ο

  1. ο ακριανός, αυτός που βρίσκεται στην άκρη, στα άκρα, στα όρια ενός σχεδίου ή ενός οικοδομικού τετραγώνου
    Δόμηση σε ακραία σημεία σχεδίου
  2. αυτός που οι απόψεις ή οι αντιδράσεις του δεν εντάσσονται στη γκάμα των λογικά αναμενόμενων αντιδράσεων του μέσου όρου, αλλά ξεφεύγει σε αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν ως υπερβολή ή ακρότητα ή (στην πολιτική) φανατισμό
    ακραίες αντιδράσεις - ακραίος αυταρχισμός
    ακραίος ο τρόπος που...
    ακραία καιρικά φαινόμενα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία